ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ:

 Ένας πατέρας γεμάτος αγάπη

(η παραβολή του Ασώτου ή του σπλαχνικού πατέρα)

 

Ένας πατέρας είχε δυο γιους που τους καμάρωνε, είχε κάμπους και περιβόλια πλούσια και κοπάδια πολλά. Ολόκληρη συντροφιά δούλων υπηρετούσανε τις ανάγκες του σπιτιού. Τα είχαν όλα, δεν έλειπε τίποτα.

Ώσπου μια μέρα, ξαφνικά, το ένα από τα παιδιά, το μικρότερο, παρουσιάστηκε στον πατέρα. «Θέλω να μου δώσεις το μερίδιο της περιουσίας που μου αναλογεί», του είπε. Ξαφνιασμένος ο πατέρας προσπαθεί να τον μεταπείσει: «Τι σου λείπει, παιδί μου; Τι είναι εκείνο που δε σου το προσφέρω;»

Η επιμονή του γιου ήταν απελπιστική. Είχε πάρει την απόφασή του. Το πατρικό του σπίτι έμοιαζε με φυλακή. Είχε γνωρίσει συντροφιές ελεύθερες. Με αυτές θα έφευγε μακριά, εκεί που δε θα μπορούσε να τον φτάσει η έγνοια κι ο έλεγχος του πατέρα του. Οι φίλοι του μιλούσαν αδιάκοπα για τα εξαίσια πράγματα των μακρινών τόπων.

Αδύνατο στάθηκε να τον πείσει ο πατέρας. Με πόνο βαθύ αναγκάστηκε να του δώσει το μερίδιό του. Εκείνος ξεπούλησε ό,τι του ανήκε, πήρε τα χρήματα και έφυγε βιαστικά χωρίς να αποχαιρετήσει κανέναν.

Στις πολιτείες που πήγε έζησε σπάταλα και παρασύρθηκε μακριά από κάθε τιμιότητα και αρετή. Ένα πρωί, όταν συνήλθε απ’ το μεθύσι του ανακάλυψε πως είχε ξοδέψει όλη του την περιουσία και ήταν πια σαν ένα έρημο σκυλί στον δρόμο. Κανείς πια δεν τον εμπιστευόταν και δεν τον ήθελε για φίλο. Ο καιρός περνούσε και ξέπεφτε όλο και περισσότερο. Έφτασε στο σημείο να βόσκει γουρούνια για να τρώει κι αυτός λίγη από την τροφή τους. Τότε ήρθε στον νου του ο πατέρας του και το πατρικό του σπίτι που εγκατέλειψε. «Ω να μπορούσα να γυρίσω πίσω», συλλογιζόταν. «Να πέσω στα πόδια του πατέρα μου και να του ζητήσω να με συγχωρήσει. Να μη με δεχτεί σαν παιδί του, μα σαν τον πιο τελευταίο υπηρέτη του, αφού δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος του». Σα να είχε φτερά στα πόδια έτρεξε πίσω στο σπίτι του.

Από μακριά είδε τον πατέρα του που στεκόταν σε ένα ύψωμα κοιτάζοντας τον δρόμο και προσμένοντας το χαμένο του παιδί. Έτρεξε κοντά του, έπεσε στα πόδια του και είπε: «Πατέρα μου, αμάρτησα σε σένα και στον ουρανό. Μα μετανιώνω. Πάρε με για δούλο σου, πατέρα». Ο πατέρας τον έσφιξε στην αγκαλιά του «παιδί μου» του φώναζε και τον φιλούσε κλαίγοντας. Ύστερα φώναξε στους υπηρέτες του: «βγάλτε του τα κουρελιασμένα ρούχα, λούστε τον και φορέστε του καθαρά ολόασπρα ρούχα, δώστε του το δαχτυλίδι μου να φορέσει στο χέρι του και σανδάλια στα πόδια του. Κι ύστερα σφάξτε το καλύτερο μοσχάρι να χαρούμε και να γιορτάσουμε. Γιατί το παιδί μου αυτό ήταν νεκρό και αναστήθηκε, ήταν χαμένο και βρέθηκε».

Κι έγινε χαρά μεγάλη στο σπίτι εκείνο κι η ευτυχία άπλωσε ξανά τα φτερά της και το σκέπασε.

Λκ 15, 11-24

Ο Άσωτος Υιός:

ceb5cf80ceb9cf83cf84cf81cebfcf86ceae1